Δευτέρα 2 Οκτωβρίου 2017

Στο Δάσος

   Είχαμε πάει στο δάσος με την παρέα για άραγμα και μπύρες. Είναι μια απομονωμένη περιοχή με ελάχιστο φωτισμό και πολλές κρυψώνες για μπεκρούλιασμα, ζευγαράκια και ναρκομανείς. Περνούσαμε πολύ καλά, είχαμε ανάψει μια μικρή φωτιά και γύρω της λέγαμε τρομακτικές ιστορίες.
   Ξαφνικά ένας απ' την παρέα τσίριξε και μας έδειξε μια μορφή μακριά μας. Ήταν μια μορφή μαυροφορεμένη, με κουκούλα, που περπατούσε αργά προς το μέρος μας. Στην αρχή υποθέσαμε πως είναι ναρκομανής, όμως είχαμε ανατριχιάσει. Όσο πλησίαζε, παρατηρήσαμε πως δε φαίνονταν τα πόδια του κάτω απ' την κάπα του. Πέρασε πολύ κοντά μας χωρίς να μας δίνει ιδιαίτερη σημασία. Τότε μια κοπέλα του είπε δειλά: "Κύριε, τι κάνετε εδώ;"
   Τότε η μορφή γύρισε προς το μέρος μας. Έδειχνε να κοιτάζει προσεκτικά τον καθένα μας και τελικά, με μια θεατρινίστικη κίνηση έβγαλε την κουκούλα του. Ήταν ένας χλωμός νεαρός που μας είπε: "Δεν ξέρετε πως ποτέ δε μιλάμε στα φαντάσματα;". Παγώσαμε. Ένας τότε ρώτησε: "Είσαι φάντασμα;". Όλοι μας του κάναμε χαζές ερωτήσεις στις οποίες δεν απάντησε. Υπήρχε μια τρομακτική σιωπή.
   Τότε έβαλε τα γέλια. Γελούσε τόσο πολύ που δεν μπορούσε να σταματήσει. Το γέλιο του μεταδόθηκε και στην παρέα. Χωρίς να σταματήσει να γελάει, μας καληνύχτισε κι έφυγε. Εμείς επιτέλους πήραμε ανάσα. Καταλάβαμε πως ήταν φάρσα και προσπαθούσαμε να μαντέψουμε ποιος απ' την παρέα την έκανε. Τότε θυμήθηκα: ένας νεαρός που έμοιαζε με τον τύπο που πέρασε μπροστά μας δούλευε για τον θείο του Παύλου, που ήταν ξυλουργός κι έμενε στις παρυφές του δάσους.
   Το επόμενο πρωί πήγα μαζί με τον Παύλο κι άλλους δύο στον θείο του. Τον βρήκαμε να σκαλίζει ένα ξύλινο αγαλματάκι έξω στην αυλή. Μόλις μας είδε, μας χαιρέτησε καλόκαρδα και μας φώναξε να μας κεράσει χυμό. Του είπαμε για τη μορφή που πέρασε μπροστά μας το προηγούμενο βράδυ. Έγνεψε σοβαρά. "Ξέρω γι' αυτόν", είπε. "Είναι ένας Περιπλανώμενος, ένα πνεύμα που κυκλοφορεί στο δάσος σιωπηλά. Εγώ φτιάχνω ένα αγαλματάκι για να ξορκίσω το κακό και να μην περνάει μπροστά απ' την καλύβα μου. Με τρομάζει".
   Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας. "Εμάς δε μας έκανε τίποτα", είπαμε. 
   "Ε ναι, τα πνεύματα ποτέ δεν αντιδρούν στο ανθρώπινο βλέμμα", είπε εκείνος. "Απλά περιπλανιούνται σε ερημικές τοποθεσίες και ο κόσμος τρομάζει μαζί τους. Ευτυχώς που δεν του μιλήσατε. Όποιος του μιλήσει δεν μπορεί ποτέ να γλιτώσει απ' αυτόν: εμφανίζεται μπροστά του τα βράδια μέχρι να πεθάνει".

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2017

Στο Χωριό

   Ήμασταν 17 χρονών τότε. Ακόμα πηγαίναμε στο χωριό των παππούδων μου τα καλοκαίρια. Είναι ορεινό και η αστυφιλία έχει ήδη αφήσει τα ίχνη της, καθώς τα περισσότερα σπίτια είναι έρημα κι ετοιμόρροπα. Με την παρέα μου περνούσαμε πολύ καλά και περίμενα πώς και πώς να πάω κάθε καλοκαίρι. Ήμασταν 4 αγόρια και 2 κορίτσια.
   Αρχές Αυγούστου και αράζαμε στην πλατεία του χωριού. Είχε πιάσει να βραδιάζει και είχαμε κάτσει στα παγκάκια στην σκοτεινή πια ερημιά. Ξαφνικά ακούσαμε κάτι παιδικές φωνές εκεί κοντά. Κοιταχτήκαμε και είπαμε να πάμε να δούμε τι γίνεται. Όταν φτάσαμε, είδαμε δυο πιτσιρικάδες να κλαίνε. Τους ρωτήσαμε τι έχουν. "Χάσαμε την μπάλα μας", είπαν. "Την κλώτσησα δυνατά και πήγε στην ταράτσα εκείνου του σπιτιού!", είπε ανάμεσα σε λυγμούς το ένα κι έδειξε ένα παλιό χαμόσπιτο εκεί δίπλα. Ο Μάκης με κοίταξε με νόημα. "Φοβάσαι να πας!", είπε. "Όχι, όχι, δε φοβάμαι!", απάντησα. "Απλά σκέφτομαι μήπως γκρεμιστεί τίποτα εκεί πάνω, είναι τόσο παλιό το σπίτι...". Ο Γεράσιμος πετάχτηκε: "Δικαιολογίες! Θα πάω εγώ!". Όλοι ξέραμε πως ήθελε την Πολυξένη και θα έκανε τα πάντα για να την εντυπωσιάσει. Εξάλλου είχα την εντύπωση πως ένας από τους πιτσιρικάδες ήταν το μικρό της ξαδερφάκι.
   Ο Γεράσιμος έκανε το γύρο του σπιτιού ψάχνοντας τρόπο να ανέβει στην ταράτσα. Τον ακολουθήσαμε. Βρήκε έναν κορμό αναρριχητικού φυτού που έφτανε μέχρι πάνω. Έδειχνε πολύ μεγάλο σε ηλικία. Το τράβηξε με δύναμη να δει αν είναι γερό κι άρχισε ν' ανεβαίνει. Τότε είδα στο παράθυρο του σπιτιού φευγαλέα μια μικρή λάμψη. Γύρισα προς τους άλλους. "Παίζει να μένει ακόμα κάποιος εδώ;", ρώτησα. Σήκωσαν τους ώμους τους. Κανείς δεν ήξερε. Ρώτησα τα παιδάκια, που έστεκαν λίγο πιο δίπλα. "Ο θείος μας ζούσε εδώ αλλά όχι πια", είπαν. Πλησίασα στο παράθυρο. Κόλλησα τη μύτη μου στο τζάμι και κοίταξα μέσα. Τίποτα. Μόνο έπιπλα, απ' όσο μπορούσα να δω.
   Εντωμεταξύ ο Γεράσιμος είχε φτάσει πάνω. Άκουγα τα βήματά του αλλά το σκοτάδι είχε πέσει για τα καλά. Και τότε άκουσα ένα σύρσιμο μέσα στο σπίτι. "Κάποιος... κάτι υπάρχει μέσα!", φώναξα. Τα κορίτσια τα χρειάστηκαν. Αλλά κι εγώ απομακρύνθηκα από το τζάμι. Ο Γεράσιμος φώναξε: "Παιδιά χρειάζομαι βοήθεια!". "Τι έπαθες;", ρωτήσαμε. Καμία απάντηση. Κοιταχτήκαμε. Πιάστηκα από το φυτό κι ανέβηκα κι εγώ πάνω.
   Η ταράτσα ήταν εντελώς επίπεδη και η μπάλα δεν φαινόταν πουθενά. Ο Γεράσιμος ήταν στην άλλη μεριά και κάτι κοιτούσε. "Τι έγινε;", τον ρώτησα. Δεν απάντησε ούτε γύρισε να με κοιτάξει. Τον πλησίασα αργά-αργά περιμένοντας να δω τι έχει. Είχα πλησιάσει τον Γεράσιμο και τον έπιασα απ' τον ώμο. Γύρισε να με κοιτάξει και τρόμαξα! Το πρόσωπό του ήταν κατατρομαγμένο και δεν μπορούσε να βγάλει άχνα!
   "Παιδιά, κάτι συνέβη!", φώναξα. "Ανεβείτε πάνω!". Ανέβηκαν τα αγόρια βιαστικά και η Μαρία επίσης. Η Πολυξένη φοβόταν τα ύψη και δεν ανέβηκε. Πλησίασαν και οι υπόλοιποι τον Γεράσιμο να δουν τι συνέβη. Με ένα ανατριχιαστικό ήχο το κομμάτι της ταράτσας που βρισκόμασταν έσπασε και βρεθήκαμε μέσα στο σπίτι, πεσμένοι καταγής. Δεν ήταν ψηλό, οπότε δεν πάθαμε καμιά ζημιά. Άσε που είχε ένα παχύ χαλί. Κοίταξα γύρω μου. Ήμασταν 3. Ο Γεράσιμος και η Μαρία ήταν ακόμα πάνω.
    Είχε σκοτάδι και δεν μπορούσαμε να δούμε καλά. Μόνο το φως του φεγγαριού έμπαινε απ' τα παράθυρα. Ήμασταν στο χολ, απ' ότι έβλεπα. Οι άλλοι σηκώθηκαν αργά-αργά κι άρχισαν να ψάχνουν, όπως εγώ. Έπιασα το πόμολο μιας πόρτας κι έκανα να την ανοίξω. Από μέσα ακούστηκε ένας κρότος, σαν χτύπημα πάνω σε πέτρα. Τρόμαξα. Άφησα την πόρτα και γύρισα προς τους άλλους. Είχαν φτάσει στην πόρτα και βγήκαν έξω. Τους ακολούθησα αλλά σκόνταψα στα χαλάσματα από την ταράτσα. Σηκώθηκα βρίζοντας και πήγα προς τα εκεί. Η πόρτα είχε κλείσει και δεν άνοιγε. Μα καλά, οι άλλοι δεν είχαν καταλάβει πως δεν βγήκα μαζί τους; Την χτύπησα δυνατά να με ακούσουν. Κανείς δεν άκουγε. Τους είδα έξω απ' το παράθυρο. Είχαν φτάσει στα παιδάκια και τους εξηγούσαν πως δεν βρήκαν την μπάλα τους. Αλλά κάτι περίεργο συνέβαινε. Τα παιδάκια, καθώς φωτίζονταν από το φως του φεγγαριού, έμοιαζαν να λάμπουν απόκοσμα. Τι συνέβαινε;
   Το ένα παιδάκι γύρισε αργά προς το μέρος μου και τα βλέμματά μας συναντήθηκαν. Είχε ένα ειρωνικό χαμόγελο. Ξανακοίταξε τους άλλους. Προσπάθησα ν' ανοίξω την πόρτα. Δεν άνοιγε. Και τότε άκουσα μια φωνή από την ταράτσα, που ακόμα βρίσκονταν η Μαρία κι ο Γεράσιμος. Ήταν η φωνή του Γεράσιμου αλλά δεν έμοιαζε καθόλου με τη φωνή του. "Σε ξέχασαν. Σε άφησαν εκεί μέσα. Σε ξέχασαν...". Πανικοβλήθηκα. Έτρεξα προς την πόρτα κι άρχισα να την χτυπάω. Δεν έδειχνε σκεβρωμένη ή κάτι τέτοιο. Δεν κουνιόταν καν.
   Ακούστηκε μια πόρτα να ανοίγει σιγά-σιγά μέσα απ' το σπίτι. Μα ήξερα πως κανείς δεν ήταν μέσα! Δεν τολμούσα να κοιτάξω. Άκουσα απαλά βήματα, που ίσα ακούγονταν, να πλησιάζουν προς το μέρος μου. Έτρεξα, χωρίς να κοιτάξω προς τα εκεί, στο παράθυρο δίπλα στην εξώπορτα. Τα παιδάκια ήταν εκεί και με κοιτούσαν, με τα μούτρα τους κολλημένα στο τζάμι και τα μάτια γουρλωμένα. Πετάχτηκα πίσω κατατρομαγμένος, Δεν κοιτούσαν εμένα αλλά αυτό το "κάτι" που ήταν πίσω μου. Ο Γεράσιμος από πάνω ακούστηκε να κλαίει με έναν απόκοσμο τρόπο, σαν να είχα πεθάνει. Η Μαρία φώναζε στους άλλους να ανεβούν πάλι να την βοηθήσουν. Ο Γεράσιμος είπε, ανάμεσα στους λυγμούς του: "Δεν έφυγες. Έμεινες εκεί. Λυπάμαι..."
    Άκουσα τα αγόρια να λένε πως έφεραν σκάλα. Πήραν τον Γεράσιμο και έφυγαν όλοι μαζί. Εγώ, απελπισμένος, προσπάθησα να ανοίξω και πάλι την πόρτα. Τους έβλεπα να φεύγουν. Δε με άκουγαν καν. Το "κάτι" πίσω μου μίλησε αχνά, λες και η φωνή του ήταν το φύσημα του ανέμου: "Σε ξέχασαν. Δεν έπρεπε. Τώρα ανήκεις εδώ, στο σπίτι..."
   Κοίταξα το παράθυρο. Τα δυο παιδάκια γελούσαν με μένα κι έφυγαν, χωρίς να πατάνε στο έδαφος. Από τότε "ζω" σ' εκείνο το σπίτι. Θα ήθελα να σας προειδοποιήσω πως λέγεται το χωριό για να μην περάσετε αλλά δε θυμάμαι πια, μετά από τόσα χρόνια. Μην περάσετε από κει. Έχω θυμώσει πολύ που με ξέχασαν και σκοπεύω να εκδικηθώ όποιον περάσει από εκεί.