Είχαμε πάει στο δάσος με την παρέα για άραγμα και μπύρες. Είναι μια απομονωμένη περιοχή με ελάχιστο φωτισμό και πολλές κρυψώνες για μπεκρούλιασμα, ζευγαράκια και ναρκομανείς. Περνούσαμε πολύ καλά, είχαμε ανάψει μια μικρή φωτιά και γύρω της λέγαμε τρομακτικές ιστορίες.
Ξαφνικά ένας απ' την παρέα τσίριξε και μας έδειξε μια μορφή μακριά μας. Ήταν μια μορφή μαυροφορεμένη, με κουκούλα, που περπατούσε αργά προς το μέρος μας. Στην αρχή υποθέσαμε πως είναι ναρκομανής, όμως είχαμε ανατριχιάσει. Όσο πλησίαζε, παρατηρήσαμε πως δε φαίνονταν τα πόδια του κάτω απ' την κάπα του. Πέρασε πολύ κοντά μας χωρίς να μας δίνει ιδιαίτερη σημασία. Τότε μια κοπέλα του είπε δειλά: "Κύριε, τι κάνετε εδώ;"
Τότε η μορφή γύρισε προς το μέρος μας. Έδειχνε να κοιτάζει προσεκτικά τον καθένα μας και τελικά, με μια θεατρινίστικη κίνηση έβγαλε την κουκούλα του. Ήταν ένας χλωμός νεαρός που μας είπε: "Δεν ξέρετε πως ποτέ δε μιλάμε στα φαντάσματα;". Παγώσαμε. Ένας τότε ρώτησε: "Είσαι φάντασμα;". Όλοι μας του κάναμε χαζές ερωτήσεις στις οποίες δεν απάντησε. Υπήρχε μια τρομακτική σιωπή.
Τότε έβαλε τα γέλια. Γελούσε τόσο πολύ που δεν μπορούσε να σταματήσει. Το γέλιο του μεταδόθηκε και στην παρέα. Χωρίς να σταματήσει να γελάει, μας καληνύχτισε κι έφυγε. Εμείς επιτέλους πήραμε ανάσα. Καταλάβαμε πως ήταν φάρσα και προσπαθούσαμε να μαντέψουμε ποιος απ' την παρέα την έκανε. Τότε θυμήθηκα: ένας νεαρός που έμοιαζε με τον τύπο που πέρασε μπροστά μας δούλευε για τον θείο του Παύλου, που ήταν ξυλουργός κι έμενε στις παρυφές του δάσους.
Το επόμενο πρωί πήγα μαζί με τον Παύλο κι άλλους δύο στον θείο του. Τον βρήκαμε να σκαλίζει ένα ξύλινο αγαλματάκι έξω στην αυλή. Μόλις μας είδε, μας χαιρέτησε καλόκαρδα και μας φώναξε να μας κεράσει χυμό. Του είπαμε για τη μορφή που πέρασε μπροστά μας το προηγούμενο βράδυ. Έγνεψε σοβαρά. "Ξέρω γι' αυτόν", είπε. "Είναι ένας Περιπλανώμενος, ένα πνεύμα που κυκλοφορεί στο δάσος σιωπηλά. Εγώ φτιάχνω ένα αγαλματάκι για να ξορκίσω το κακό και να μην περνάει μπροστά απ' την καλύβα μου. Με τρομάζει".
Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας. "Εμάς δε μας έκανε τίποτα", είπαμε.
Ξαφνικά ένας απ' την παρέα τσίριξε και μας έδειξε μια μορφή μακριά μας. Ήταν μια μορφή μαυροφορεμένη, με κουκούλα, που περπατούσε αργά προς το μέρος μας. Στην αρχή υποθέσαμε πως είναι ναρκομανής, όμως είχαμε ανατριχιάσει. Όσο πλησίαζε, παρατηρήσαμε πως δε φαίνονταν τα πόδια του κάτω απ' την κάπα του. Πέρασε πολύ κοντά μας χωρίς να μας δίνει ιδιαίτερη σημασία. Τότε μια κοπέλα του είπε δειλά: "Κύριε, τι κάνετε εδώ;"
Τότε η μορφή γύρισε προς το μέρος μας. Έδειχνε να κοιτάζει προσεκτικά τον καθένα μας και τελικά, με μια θεατρινίστικη κίνηση έβγαλε την κουκούλα του. Ήταν ένας χλωμός νεαρός που μας είπε: "Δεν ξέρετε πως ποτέ δε μιλάμε στα φαντάσματα;". Παγώσαμε. Ένας τότε ρώτησε: "Είσαι φάντασμα;". Όλοι μας του κάναμε χαζές ερωτήσεις στις οποίες δεν απάντησε. Υπήρχε μια τρομακτική σιωπή.
Τότε έβαλε τα γέλια. Γελούσε τόσο πολύ που δεν μπορούσε να σταματήσει. Το γέλιο του μεταδόθηκε και στην παρέα. Χωρίς να σταματήσει να γελάει, μας καληνύχτισε κι έφυγε. Εμείς επιτέλους πήραμε ανάσα. Καταλάβαμε πως ήταν φάρσα και προσπαθούσαμε να μαντέψουμε ποιος απ' την παρέα την έκανε. Τότε θυμήθηκα: ένας νεαρός που έμοιαζε με τον τύπο που πέρασε μπροστά μας δούλευε για τον θείο του Παύλου, που ήταν ξυλουργός κι έμενε στις παρυφές του δάσους.
Το επόμενο πρωί πήγα μαζί με τον Παύλο κι άλλους δύο στον θείο του. Τον βρήκαμε να σκαλίζει ένα ξύλινο αγαλματάκι έξω στην αυλή. Μόλις μας είδε, μας χαιρέτησε καλόκαρδα και μας φώναξε να μας κεράσει χυμό. Του είπαμε για τη μορφή που πέρασε μπροστά μας το προηγούμενο βράδυ. Έγνεψε σοβαρά. "Ξέρω γι' αυτόν", είπε. "Είναι ένας Περιπλανώμενος, ένα πνεύμα που κυκλοφορεί στο δάσος σιωπηλά. Εγώ φτιάχνω ένα αγαλματάκι για να ξορκίσω το κακό και να μην περνάει μπροστά απ' την καλύβα μου. Με τρομάζει".
Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας. "Εμάς δε μας έκανε τίποτα", είπαμε.
"Ε ναι, τα πνεύματα ποτέ δεν αντιδρούν στο ανθρώπινο βλέμμα", είπε εκείνος. "Απλά περιπλανιούνται σε ερημικές τοποθεσίες και ο κόσμος τρομάζει μαζί τους. Ευτυχώς που δεν του μιλήσατε. Όποιος του μιλήσει δεν μπορεί ποτέ να γλιτώσει απ' αυτόν: εμφανίζεται μπροστά του τα βράδια μέχρι να πεθάνει".